
Ένας γνωστός μου, επαγγελματίας - και (ΟΧΙ: αλλά) εραστής του αντικειμένου - ντράμερ έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό, την άνοιξη, 30 ετών. Οι γονείς του, άθεοι, του έκαναν πολιτική κηδεία στο α’ νεκροταφείο αθήνας (δεν ήξερα καν ότι εκεί ”φιλοξενούν” τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Και κάπως, όταν το έμαθα αυτό, κάπως με καθησύχασε.)
Στην κηδεία λοιπόν, δικοί του άνθρωποι μίλησαν γι’ αυτόν, διαβάστηκαν κείμενα που αγαπούσε, ακούστηκε ηχογραφημένος να παίζει ο ίδιος αυτός, ο περί ου (άσχημος ο μη τονισμός, το ξέρω, άστε τις γκρίνιες) η όλη κίνηση, κάποιοι φίλοι και συνεργάτες του παίξανε ζωντανά μουσική, καθώς επίσης έφτασε εκεί και συμμετείχε μουσικά, παίζοντας και τραγουδώντας δηλαδή, και το ποίμνιο της νιγηριανής εκκλησίας, όπου αυτός συστηματικά πήγαινε τις κυριακές και συνόδευε τα μέλη του στις τελετές τους. Ο κόσμος στην κηδεία συγκινήθηκε και έκλαψε. Θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, απλώς αυτός ο αιφνιδιασμός ήταν καταλυτικός. Ή μάλλον, ο κόσμος θα έκλαιγε ούτως ή άλλως.
Από το νεκροταφείο αργότερα ενημέρωσαν την οικογένεια ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι νιγηριανοί επέστρεψαν εκεί στο χλοερό τόπο (τα νεκροταφεία μας… εκεί! παραμένουν χλοερά!) και έπαιξαν μουσική ξανά για να τον τιμήσουν, ή να τον κλάψουν, ή να τον χαιρετήσουν, ή να τον γλεντήσουν, ή ό,τιδήποτε που αυτή τη στιγμή αδυνατώ να ονοματίσω με σιγουριά, καθώς οι εθνολογικές μου γνώσεις κινούνται σχετικά ημιμέτρως.
Στην Αίγυπτο που ήμασταν με τον Κώστα, ένας που τον έλεγαν Χάλεντ και το όνομά του σημαίνει αθάνατος, μας είπε κάτι που του έλεγε ο πατέρας του - και μάλλον το λένε κι όλοι οι πατεράδες στην Αίγυπτο. Δηλαδή θρησκογενής, το πιθανότερο, θυμοσοφία: ” Πρέπει πεθαίνοντας να αφήσεις κάτι που θα συνεχίσει, θα παρατείνει την παρουσία σου στη ζωή και που θα κάνει το καλό στον κόσμο που μένει πίσω. Το προτιμότερο είναι: ένα παιδί (για ευνόητους λόγους) ή ένα δέντρο να ρίχνει σκια στον περαστικό ή μία πηγή να δροσίζει έπίσης τον περαστικό. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο περί ου εν μέρει το παρόν κείμενο, μεταξύ πολλών άλλων αγαθών που σίγουρα κληροδότησε πεθαίνοντας, άφησε στη μνήμη αυτών των φίλων του και κάποια - δροσερά σα γάργαρο νερό και σα γιγάντια πλατανόφυλλα στην μέση της ερήμου - ρυθμικά sessions (έτσι τα λένε?) με τα οποία αυτοί οι φίλοι του λατρεύαν το θεό τους, ή εν πάση περιπτώσει περνάγαν καλά τις κυριακές τους, τα πρωινά. Και ένιωσαν ευγνωμοσύνη.
(σχετικό/άσχετο:
το νεκροταφείο της αρτέμιδος/βραυρώνας/λούτσας/ή όλα αυτά μαζί
είναι γαμώτο πολύ όμορφο, σχεδόν καθηλωτικό)
Τατιάνα Άννα
Ένας άντρας γερνάει, παχαίνει και πίνει ουίσκι στο κρεβάτι του.
Η πρώην γυναίκα του ακριβώς το αντίθετο. Με τα χρόνια γίνεται όλο και πιο όμορφη, φτιάχνει σώμα έφηβου κοριτσιού και γυρνάει από πάρτι σε πάρτι φλερτάροντας μ’ ένα σωρό επιβήτορες.
Ένας άντρας παρατάει τα πάντα και τρελαίνεται μέσα σε βρώμικα ξενοδοχεία με ξεδοντιάρες πόρνες.
Η πρώην γυναίκα του ακούει Σοπέν στο ακριβό της σαλόνι καθώς δύο άντρες την ξεσκίζουν πάνω στον μπορντό καναπέ.
Ένας άντρας κόβει τα νύχια του και το μόνο που κάνει είναι να μετράει πόση υπομονή του έχει μείνει καθώς λερώνει τα χέρια του προσπαθώντας ν’ ανάψει ένα καντήλι.
Η πρώην γυναίκα του τρώει μπέικον για πρωινό και το βράδυ πίνει ένα ποτήρι ακριβό μπράντι για να κοιμηθεί.
Ένας άντρας βρίσκει κάτι παλιές φωτογραφίες, ποτίζει ολόκληρο το σπίτι με βενζίνη και του βάζει φωτιά καθώς στέκεται στην κουζίνα και σκίζει την προτελευταία φωτογραφία.
Η πρώην γυναίκα του σηκώνει το τηλέφωνο και κανονίζει να βγει μ’ έναν εικοσιπεντάχρονο.
Ένας άντρας καίγεται ολόκληρος μέσα στην κουζίνα δίχως να βγάλει μιλιά.
Η πρώην γυναίκα του λούζεται με το ακριβό της άρωμα και φοράει τις καινούργιες της γόβες.
Η ώρα είναι δώδεκα και εικοσιδύο.
κείμενο και φωτογραφία: Γιάννης Ζελιαναίος
- Πως θα περιέγραφες τον ήρωα, τον χαρακτήρα που ερμηνεύεις ;
-Ο Δημήτρης εχει μια καφετέρια στον Κορυδαλλό. Ονειρεύεται όμως ν’ ανοίξει και ένα πιάνο- ρέστοραν. Και του την “πέφτει” όλο το σόι! Κι’ αυτός αντι- δράει. Αυτή τη μέρα όμως, με τρελή ζέστη και υγρασία και το αιρ- κοντισιον χαλασμένο, αυτή η αντί- δραση προκαλεί σπίθα’ η σπίθα ανάφλεξη…έκρηξη…και πάει λέγοντας…μέχρι που στο τέλος…Αρκετά όμως με την υπόθεση του έργου.
Ο ήρωάς μας δεν είναι σίγουρα το “ιδανικό μοντέλο” πατέρα, αλλά, δυστυχώς, είναι ένα “είδος” που, φοβάμαι πως, ευδοκιμεί παγκοσμίως και ανά τους αιώνες! Ο ίδιος ο Οικονομίδης πιστεύει πως είναι χαρακτηριστικό της μικρομεσαίας τάξης. Εγώ δυστυχώς δεν είμαι τόσο…αισιόδοξος! Φοβάμαι πως τέτοια φαινόμενα αποτελούν μια μικρή “επιδημία”.
- Καταπιεστικός, οξύθυμος, υβρεολόγος. Εχει κάποια ελαφρυντικά ;
-Ναι! Είναι “αυτός που είναι“. Ίσως γιατί πολλά “έτσι τα έμαθε έτσι τα κάνει“. Νομίζω όμως πως και ο ίδιος είναι το αποτέλεσμα κάποιας άλλης καταπίεσης. Ίσως ακουστεί παράδοξο αλλά τον θεωρώ φορέα και θύμα ταυτόχρονα ενός παραδοσιακά αποδεχτού μοντέλου συμπεριφοράς που εξακολουθεί να υφίσταται και να διαιωνίζει κανόνες και όρους κανιβαλικούς στο “ανθρώπινο” αυτό παιχνίδι συμβίωσης και επιβίωσης που λέγεται “ποιός είναι ο αρχηγός εδώ;”
- Έχει κάτι κοινό μ’ εσένα ;
-Το πολύ ενδιαφέρον και όμορφο-αν και τρομαχτικό καμιά φορά- είναι τα πόσα κοινά βρίσκω να έχω εγώ με αυτόν! Δεν εννοώ τα νεύρα, τις φωνές, τα βρισίδια κλπ. Οχι μόνο αυτά τουλάχιστον! Ψάχνοντας να τον “βρω”, να τον γνωρίσω και να τον κατανοήσω, να τον κάνω όχι δικό μου αλλά τουλάχιστον φίλο μου- για να σας τον γνωρίσω μετά και σε σας, έκανα βόλτες σε μέρη “σκοτεινά”, ίσως ξεχασμένα ίσως και καταχωνιασμένα, μέσα μου αλλά και γύρω μου. Το υπέροχο παραξένισμα με αυτόν τον ρόλο είναι πως είναι τόσο ανυπόφορα πραγματικός που φτάνει να γίνει σχεδόν “αρχετυπικός”! Ετσι κάποιες φορές οι κραυγές του ακούγονται ίσως και λυτρωτικές. Κι’ αυτό είναι τραγικό. Γιατί δεν είναι ο μόνος! Όλοι γύρω του ουρλιάζουν, προσπαθώντας να ακουστούν κι’ αυτοί, να επιβληθούν η έστω να μιλήσουν. ‘Η απλά για να μη νοιώθουν τόσο μόνοι.
- Έχεις πιάσει τον εαυτό σου…εκτός εαυτού ;
-Ωπα! Φτάσαμε κιόλας στα δύσκολα…!Εντάξει…οι φίλοι μου δε με φωνάζουν Τσαρλς Μάνσον. Τώρα που το σκέφτομαι όμως δεν μ’ έχει πει κανείς και Γκάντι!
- Πόσο αναγνωρίσιμη είναι μια τέτοιου είδους καταπίεση σε μια εποχή υποτίθεται άκρατης ελευθερίας ;
-Όλο το καλοκαίρι στις πρόβες, δουλεύοντας με αυτοσχεδιασμούς και συζητώντας με θέμα το “Σπιρτόκουτο”, όλοι μας σχεδόν είχαμε να διηγηθούμε μια ανάλογη ιστορία κάποιων γνωστών τους, γειτόνων τους, ακόμα και συγγενών η και δικών τους ανθρώπων. Εντάξει! Μη παίζουμε συνέχεια τους αθώους. Δεν μεγαλώσαμε όλοι στο “μικρό σπίτι στο λιβάδι”. Όσο τώρα για την άκρατη ελευθερία δεν ξέρω πόσο ελεύθερη είναι μια ελευθερία τόσο θεσμοθετημένη! Μάλλον περί ελευθεριότητας πρόκειται.
- Ποια είναι η πιο υγιής αντίδραση στην καταπίεση, στη βίαιη συμπεριφορά;
-Έχω ακούσει να λένε πως όταν σου συμβεί κάτι “έντονο”, καλύτερα να μετρήσεις πρώτα μέχρι το 10 και ύστερα να αντιδράσεις. Το πρόβλημα με τους περισσότερους είναι ότι μετράνε μέχρι το 9 η κάποιοι δε ξέρουν να μετράνε καν! Χιούμορ; γιατί όχι; όλα τα άλλα εμπίπτουν στο πεδίο της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας κλπ.
- Στο έργο είναι έντονο το υβρεολόγιο. Αυτό το «μπινελίκι» μπορεί να σοκάρει, ν’ απωθήσει το θεατή –ίσως όχι ένα νεαρό θεατή αλλά ένα μεσήλικα και πάνω ;
-Δε νομίζω πως το “μπινελίκι” του έργου θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα για οποιονδήποτε θεατή που έστω και μια φορά στη ζωή του περπάτησε στο κέντρο της πόλης, μπήκε σε λεωφορείο, χάζεψε το μεσημέρι τηλεόραση ή έζησε έστω και μια μόνο μέρα δίπλα σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Ε! μην τρελαθούμε κιόλας. Στην Ελλάδα του 2007 ζούμε!
- Αφήνει κάποιο «φως» το έργο ;
-Μια από τις λειτουργίες της Τέχνης είναι νομίζω και το να “φωτίζει” σκοτεινές γωνιές της ύπαρξης μας. Γι’ αυτό μάλλον σε χώρους όπως μουσεία, κινηματογράφοι, θέατρα, τις ώρες που λειτουργούν έχουν πάντα αναμμένα τα “φώτα ασφαλείας”. Αυτά τα φώτα ξέρετε με την ένδειξη ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ. Εμείς στο θέατρο ΒΙΚΤΩΡΙΑ τα αφήνουμε αναμμένα όλη μέρα, και τώρα όσο κάνουμε πρόβες ακόμα.
Συνέντευξη του Κώστα Μπάρα στον Γιώργο Βιδάλη στην Ελευθεροτυπία για την παράσταση “Σπιρτόκουτο”
Οι μοναχικές ταφές
Διαβάζοντας ξανά τα λόγια των ευαγγελίων για την ταφή του Χριστού, τις γυναίκες που τον άλειψαν με έλαιο και μύρο, θυμήθηκα ένα μονόστηλο που δημοσιεύτηκε προ μηνός στις εφημερίδες. Ένας άντρας 35 χρόνων βρέθηκε νεκρός πίσω από το άγαλμα του Τρούμαν, σε μια βραγιά πίσω από τα καλλωπιστικά φυτά, σε κατάσταση αποσύνθεσης. Ήταν εκεί νεκρός επί ένα μήνα και κανείς δεν το είχε προσέξει. Η ταφή του ήταν συνοπτική και ανώνυμη. Πιθανολογώ ότι δεν τον έθαψαν σε τάφο με σταυρό - τι να γράψουν πάνω;
Στο Άμστερνταμ, όπου η Δύση ζει το βαθύ της γήρας, όταν βρίσκουν κάποιο από τα χιλιάδες ”ανεξάρτητα” παιδιά της πεθαμένο, εγκαταλειμμένο από όσους το ήξεραν, υπάρχει μια ομάδα από Ολλανδούς ποιητές που πάει και ακολουθεί την κηδεία του. Τοποθετεί λουλούδια στο χώμα (υπάρχουν σε αφθονία εκεί), κι από τα ρούχα, το όνομα, την ιδιότητα του πεθαμένου προσπαθεί να καταλάβει τη κουλτούρα του, και να παίξει κάποιο ανάλογο τραγούδι. Ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε αυτή τη χειρονομία, ο ποιητής Frank Starik, καμιά φορά γράφει λίγους στίχους και τους λέει για την περίσταση. Τις προάλλες βρήκε το σώμα ενός άντρα 43 ετών, που είχει αυτοκτονήσει σε μια σοφίτα, παρατημένο δύο βδομάδες. Το έθαψαν με αληθινή λύπη. ” Θελήσαμε να του δώσουμε ένα ίχνος στη ζωή, να τον προφυλάξουμε από την αναξιοπρέπεια μιας ερημικής ταφής “, είπε στον Independent τη Δευτέρα.
Ο Δήμος του Άμστερνταμ βρίσκει κάθε μήνα περίπου 250 ανθρώπους πεθαμένους εν κρυπτώ. Οι πιο πολλοί δίχως συγγενείς και φίλους. Ντόπιοι και ξένοι - άνθρωποι που ήρθαν εδώ να βρουν δουλειά ή να ζήσουν τον έκδοτο ηδονισμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις καλούνται οι ποιητές. Για να υπάρξει τουλάχιστον ένα σωστό αντίο. Λίγα χιλιόμετρα πιο κει, στο Βέλγιο, σχεδόν μετά βίας μαζεύουν το πτώμα και το αποτεφρώνουν. Εδώ οι ποιητές προσπαθούν να υπερασπιστούν αυτό που ήδη από τον Όμηρο αποτελεί ένα κορυφαίο χαρακτηριστικό του (αξιοπρεπούς) ανθρώπου: να θάψει και να κλάψει τους νεκρούς του.
Στην ψιλογιάπικη Ελλάδα, αυτές οι χειρονομίες φαίνονται τώρα άχρηστες, αν όχι ύποπτες. Μόνο ορισμένοι, που ζουν μόνοι, πολύ μόνοι, ενδεχομένως νιώθουν τη σάρωση της φρίκης. Ο υψηλός συμβολισμός του χεριού που κλείνει τα μάτια του αγαπημένου του, δε λέει και πολλά πράγματα.
Ακόμα και ο μεγάλος μάρτυρας αξιώθηκε μια αξιοπρεπή ταφή. Όλο και περισσότεροι πηγαίνουν στην Αθήνα σαν το σκυλί στο αμπέλι.
Στάθης Τσαγκαρουσιάνος
Πηγή: Ελευθεροτυπία, 15 / 04 / 2006
(φωτο ΚΩΣΤΑΣ - οδός Στουρνάρη & Μπουμπουλίνας 15-9-2007)
Τρίτη ιστορία
Σ’ ένα στενάχωρο ισόγειο στο Περιστέρι…η οικογένεια Μορί από τη Σενεγάλη – ο πατέρας Σεκ, η μητέρα Ζοσέ και η ηλικίας επτά μηνών Σουνέκα. Η μεγαλόσωμη, επιβλητική Ζοσέ, αν και πλέον αισιόδοξη, παραμένει επιφυλακτική, διηγείται σχεδόν αποστασιοποιημένα, χωρίς να προδίδει τα συναισθήματα της. Ελέγχει τη γλώσσα του σώματος.
«Είμαι στην Ελλάδα από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Οι γονείς μου με ανάγκασαν να παντρευτώ τον πρώτο μου σύζυγο, παρότι ήμουν ερωτευμένη με τον τωρινό μου από μικρό παιδί. Όταν πέθαναν ζήτησα διαζύγιο για να απελευθερωθώ, αλλά ο άντρας μου δεν δεχόταν. Έφυγα και βρήκα τον Mr Morry (σ.σ. έτσι αποκαλεί τον άντρα της σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας) στο Νότο όπου μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος. Εκεί παντρευτήκαμε, αφού πρώτα κατάφερα να εξασφαλίσω τα χαρτιά του διαζυγίου. Όμως ο πρώην σύζυγός μου έβαλε έναν ξάδερφό του που πολεμά με τους αντάρτες να σκοτώσουν τον Mr Morry. Έφτασαν στο σημείο να κακοποιήσουν και να απειλήσουν την πρώην γυναίκα του, ψάχνοντας για εκείνον. Η πλήρης αναρχία στη χώρα μου έχει δημιουργήσει μια μαφία πληρωμένων δολοφόνων που δεν δίνουν λογαριασμό. Μόλις καταλάβαμε ότι αργά ή γρήγορα θα μας σκότωναν, φύγαμε. Περπατήσαμε μέχρι τη Γουινέα, περάσαμε στην Ακτή Ελεφαντοστού κι έπειτα στη Λιβύη. Εκεί δουλέψαμε, εγώ σε εστιατόριο και ο άντρας μου σε οικοδομές. Η Ευρώπη αποτελούσε ελπίδα, στην Ιταλία είχα συγγενείς που πίστευα ότι θα μας βοηθήσουν. Πληρώσαμε 2.000 δολάρια ο καθένας σε έναν Λίβυο για να πάμε με πλοίο εκεί, ταξιδεύοντας με άλλους 35 μετανάστες. Αλλά μας κορόιδεψαν. Κατεβήκαμε από το πλοίο νομίζοντας πως είμαστε στην Ιταλία, ενώ βρισκόμαστε στο Πειραιά…
Φτάνοντας στην Αθήνα ετοιμόγεννη, περιπλανήθηκα σε Ομόνοια και Πλατεία Αμερικής, τελικά βρήκα την Praksis, γέννησα κι εγκαταστάθηκα πρώτα στο Ίλιον και μετά εδώ». Χαμόγελο…
(συνέντευξη –Παναγιώτης Μενέγος για τον Ταχυδρόμο)
«Εμένα τότε με καταδίωκε η νοσταλγία. Πάντοτε έτσι ήμουν και δεν ήξερα πώς να ξεφορτωθώ τη νοσταλγία για να ζήσω ήρεμα.
Ακόμη δεν το έχω μάθει. Και υποψιάζομαι ότι ποτέ δεν θα το μάθω. Αλλά τουλάχιστον ξέρω κάτι πολύτιμο: Είναι αδύνατον να ξεφορτωθώ τη νοσταλγία, γιατί είναι αδύνατον να ξεφορτωθεί κανείς τη μνήμη. Είναι αδύνατον να ξεφορτωθείς ό,τι έχεις αγαπήσει.
…
… Κι αυτό είναι εκείνο που αναζητούμε όλοι καθημερινά: Να μη σπαταλήσουμε τη ζωή μας μονάχοι, να συναντήσουμε κάποιον, να δοθούμε λίγο, να αποφύγουμε τη ρουτίνα, να απολαύσουμε το κομμάτι της γιορτής που μας αναλογεί».
Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες «Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας»
(Σοφία Κ)
(Στη μνήμη της Όλγας)
Η επόμενη ημέρα ενός ολέθρου. Έξω από την Αρτέμιδα το πρώτο Ι.Χ συγκρούστηκε με το πυροσβεστικό και ύστερα το ένα αυτοκίνητο έπεφτε επάνω στο άλλο. Έτρεξαν στο δάσος να σωθούν. Κάηκαν. Ζωντανοί. Οι συγγενείς τελούν ένα αλλόκοτο τρισάγιο καρφώνοντας κεριά στις στάχτες όπου βρέθηκαν οι σοροί των δικών τους.
(ΒΗΜagazino 2 Σεπτ 2007)
«…Όλα πρέπει να είναι καλά. Μια κοινωνία-πρότυπο δεν μπορεί να έχει εγκλήματα ούτε άσχημα πράγματα.
Αλλά το σωστό είναι ότι πρέπει να ξέρεις. Αν δεν έχεις όλες τις πληροφορίες δεν μπορείς να σκεφτείς ούτε να αποφασίσεις ούτε να έχεις άποψη. Μετατρέπεσαι σε ηλίθιο, ικανό να πιστέψει σε οτιδήποτε.
Γι’ αυτό εγώ είχα απογοητευτεί τόσο πολύ με τη δημοσιογραφία και άρχισα να γράφω μερικά πολύ σκληρά διηγήματα.
Σε τόσο σπαρακτικούς καιρούς δεν μπορείς να γράφεις με προσήνεια. Χωρίς καμία τρυφερότητα γύρω μας, είναι αδύνατον να παράγεις αριστουργηματικά κείμενα. Γράφω για να κεντρίσω λιγάκι και να αναγκάσω κι άλλους να μυρίσουν σκατά. Πρέπει να κατεβάσουμε το μουσούδι μας στο έδαφος και να μυρίσουμε τα σκατά. Έτσι τρομοκρατώ τους δειλούς και ενοχλώ εκείνους που αρέσκονται να φιμώνουν όσους μπορούμε και μιλάμε.
Δεν μπορούσα πια να μένω σιωπηλός, γράφοντας βλακείες με αντάλλαγμα κάποιον έπαινο. Το παιχνίδι είχε υπερβολικά αυστηρούς κανόνες. Μπορούσες να λες μόνο «ναι». Και δεν άξιζε τον κόπο.
Τα’ στειλα όλα στο διάολο και έγραφα μερικά διηγήματα απογυμνωμένα. Τα διηγήματά μου μπορούσαν να βγαίνουν στη μέση του δρόμου, τσιτσίδι, ουρλιάζοντας: «Ελευθερία, ελευθερία, ελευθερία!».
Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες «Η βρώμικη τριλογία της Αβάνας»
Δεύτερη ιστορία
Συνέντευξη
Πως βρέθηκες στον αμερικανικό στρατό; «Χρειαζόμουνα δουλειά, όταν έμαθα ότι ο στρατός προσλαμβάνει. Μου αρέσει να ταξιδεύω και να δοκιμάζω καινούργια πράγματα, οπότε κατατάχτηκα».
Όταν έμαθες πως θα πας στο Ιράκ πως αντέδρασες; «Ενθουσιάστηκα! Μου αρέσει να ταξιδεύω και το αντιμετώπισα σαν ένα επαγγελματικό ταξίδι με όλα τα έξοδα πληρωμένα».
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τη λέξη Ιράκ; «Χάος».
Μετάνιωσες που πήγες εκεί; « Όχι».
Σου πέρασε από το μυαλό να παραιτηθείς; «Όχι».
Σε έχω δει σε φωτογραφίες με το όπλο ανά χείρας, με την πλήρη εξάρτυση της στολής και το ανάλογο ύφος. Σου αρέσει το στυλ «Ράμπο»; «Ήμουνα στο κόσμο μου. Κάνεις πολλά περίεργα πράγματα όταν είσαι εκεί».
Πως σε υποδέχτηκαν όταν επέστρεψες; «Δεν έκαναν καμία παρέλαση ή τίποτα άλλες τέτοιες αηδίες για καθυστερημένους».
Πως νομίζεις ότι θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος και πότε; «Πιστεύω ότι θα πάρει πολύν καιρό μέχρι να τελειώσει αυτός ο πόλεμος. Θα είμαστε εκεί για δεκαετίες».
Ποια ήταν η καλύτερη και αντίστοιχα η χειρότερη στιγμή σου στο Ιράκ; «Και καλύτερη και χειρότερη στιγμή ήταν όταν έφευγα από το Ιράκ».
Τι θα έλεγες στους συγγενείς των θυμάτων σου; «Γεια σας. Με λένε Κόλμπι Μπάζελ. Πως είστε;».
Τι θα έλεγες σε όσους προσπάθησαν να σε σκοτώσουν; «Γεια και…αστοχήσατε!».
Συνηθίζεται ο πόλεμος; «Οι άνθρωποι μπορούν να συνηθίσουν τα πάντα όταν το θέλουν».
Τελικά αξίζει κάτι η ανθρώπινη ζωή; «Μπα. Όχι πραγματικά».
(…Ένας από τους χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ… «από πλήξη» όπως λέει, κατέγραφε όλα όσα ζούσες σε ηλεκτρονικό ημερολόγιο…Ο Κόλμπι Μπάζελ έγραψε για τον πόλεμο του Μπους έτσι όπως σκότωνε: απλά, δίχως σκέψεις και ερωτήματα, κυνικά…Ετσι όπως απάντησε και στις ερωτήσεις.
Συνέντευξη: Μπετίνα Παναγιωταρά)
(Σοφία Κ)